«Το σπίτι έχει εξελιχθεί σε πεπειραμένο μάρτυρα.[...]Έχει προσφέρει όχι μόνο φυσικό αλλά και ψυχολογικό καταφύγιο. Έχει υπάρξει φύλακας μιας ταυτότητας. Στην πάροδο των χρόνων, όταν οι ιδιοκτήτες του επιστρέφουν ύστερα από περιόδους απουσίας, κοιτούν τριγύρω και θυμούνται ποιοί είναι.[...] Μολονότι το σπίτι αυτό ίσως δεν προσφέρει λύσεις σε πολλά από τα προβλήματα των κατοίκων του, τα δωμάτια του προσδίδουν μια ευτυχία στην οποία η αρχιτεκτονική έχει συμβάλλει με τρόπο ξεχωριστό. »

Αlain de Botton, H Αρχιτεκτονική της Ευτυχίας, εκδ. Πατάκη

20110219

Η "fantasie" Aρχιτεκτονική της Eικονολαγνείας ή "Εσύ είσαι ο αυτός του ντεκορασιόν?"


H Αρχιτεκτονική δεν αποτελεί κανένα είδος επιστήμης. Καμία τέχνη. Είναι ακριβώς εκείνο το συνονθύλευμα ιδεών και πρακτικών, που της αξίζει να είναι. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Η Αρχιτεκτονική δεν είναι ταμπού, ούτε φαντασίωση. Είναι αυτό που είναι, αν όχι αυτό που έγινε, ίσως αυτό που της έμαθαν να είναι, αυτό που την συμβούλεψαν ίσως να γίνει. Διαμορφωμένη μέσα από χιλιάδες συγκυρίες και σημαδεμένη από δεκάδες κινήματα και αντι-κινήματα, προσπάθησε να αυτοπροσδιοριστεί κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’40. Πήρε έναν δρόμο , άλλαξε γνώμη, ξαναπροσπάθησε περί το τέλος της δεκαετίας του ’70. Έφτασε έως τα 90s, με ένα corpus καταρρακωμένο από τις συνεχείς μεταβολές και αλλοιώσεις.

Σήμερα η -λεκτική τουλάχιστον- πτυχή της Αρχιτεκτονικής υπάρχει παντού. Από τίτλους βιβλίων συγγραφέων με ουδεμία σχέση με αυτή, έως ταμπέλες μαγαζιών και λεξιγραφήματα σε αφίσες. Από δεύτερο συνθετικό σε δεκάδες τίτλους προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στην Ευρώπη, έως την ονομασία που λανσάρονται προϊόντα ψηφιακού σχεδιασμού στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Η αληθινή Αρχιτεκτονική μοιάζει κυριολεκτικά σαν να έχει εξαφανιστεί. Σαν να έχει δώσει το δικαίωμα σε κάποιον -τρόπο τινά- εκβιαστή να καταχράζεται το όνομά της, να προσομοιάζει την ίδια της την υπόσταση. Η εικόνα της όμως βρίσκεται παντού! Και είναι αυτή που λατρεύεται με τρομερή μανία και δύναμη. Λατρεύεται όσο τίποτα άλλο στους κόλπους μιας τυπικής αστικής πυκνότητας, αποθεώνεται δε, σε μητροπολίζουσες καθημερινότητες. Οι αρχιτέκτονες μετατράπηκαν σε μηχανικούς λιγότερο μηχανικούς από τους προγενέστερους τους, γίνανε συγγραφείς, φωτογράφοι, μουσικοί. Ναι, σαφώς και ένας από αυτούς είμαι και εγώ. Ξεχάσανε την αρχιτεκτονική ,εσκεμμένα ή μη και ένα ατελείωτο πανηγύρι από θεωρίες που εμφυτεύονταν παντού σε οτιδήποτε είχε να κάνει με τις τέχνες και τις κοινωνικοπολιτικές εκφάνσεις που τόλμησαν (!) να μην συμπεριλάβουν την Αρχιτεκτονική στο ‘καταστατικό’ τους- ούτε καν στις επιδιώξεις τους-, άρχισε να ξετυλίγεται. Η αρχιτεκτονική της εικονολαγνείας είχε ήδη γεννηθεί και μαζί της έμελλε να αναπτυχθεί ένα- τεραστίων διαστάσεων- ψηφιδωτό από πομπούς και δέκτες. Μόνο που οι πομποί το εξέπεμψαν με κάποια- μεμονωμένα- παράσιτα και οι δέκτες το εκλάβανε ως ένα συνεχές από παράσιτα. Και κάπως έτσι η εικόνα της αρχιτεκτονικής απογειώθηκε. Σε lifestyle περιοδικά εγκαταστάθηκε με το αζημίωτο και άρχισε να γιγαντώνεται μέσα από συγκεκριμένες κάστες μη-αρχιτεκτόνων, με πτυχία “αρχιτεκτονικής χ”, “αρχιτεκτονικής ψ”, “αρχιτεκτονίζουσας χ-ψ θεωρίας”, “χιαστής αρχιτεκτονίας και υ-ψίστης αρχιτεκτονικοιακής”..Η σύγχρονη «υποψιασμένη μετά από τόσα που έχουν δει τα μάτια μας» κοινωνία τα αποδέχτηκε χωρίς περιστροφές και η Εικόνα πια αποτυπώθηκε σε κάθε κύτταρο της σύγχρονης αντίδρασης προς την μαμά banal και ‘μοντέρνα’ αρχιτεκτονική . Η εικόνα της Αρχιτεκτονικής λοιπόν έχει διεισδύσει στον κάθε έναν από εμάς, όχι με έναν αλλά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ο αντίκτυπος της διεργασίας αυτής, είναι και η θεματική μας.

Σε ένα από τους πολλούς ιστότοπους που ασχολούνται με θέματα αρχιτεκτονικής- όχι με την αρχιτεκτονική αλλά με θέματα μιας κάποιας υποφαινόμενης αρχιτεκτονικής-, εντόπισα προ ολίγων ημερών, μια άκρως ενδιαφέρουσα ‘έρευνα’. Οι διαχειριστές του site, ζητούσαν από το αναγνωστικό κοινό να επιλέξει την χειρότερη πολυκατοικία μεταξύ δύο, μέσα από δύο εικόνες- μία στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης και μίας άλλης στο Αιγάλεω στην Αττική. Τονιζόταν ιδιαίτερα το γεγονός ότι για την επιλογή, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψιν τα ίδια ακριβώς μέτρα και σταθμά, δλδ ίδιο ενοίκιο, ίδια απόσταση από τη δουλειά, κλπ. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι ότι η ερώτηση διατυπωνόταν ως εξής: «Αγνόησε παντελώς την τοποθεσία, κρίνε μόνο την αισθητική, και απάντα: Σε ποια θα έμενες;» http://www.spitoskylo.gr/2011/02/14/worst-ever/

Καμία αγωνία, καμία έκπληξη. Αυτό που ξέχασα ίσως να αναφέρω είναι το γεγονός ότι οι δύο πολυκατοικίες ήταν μια άκρως επιτυχημένη επιλογή των συντακτών, όσον αφορά στην α-αρχιτεκτονικοποιημένη εργολαβική αποθέωση του κιτς της μεταπολιτευτικής ανοικοδόμησης στην Ελλάδα. Η ανάλυση του αποτελέσματος σε ένα δείγμα περί των 600 χρηστών, δεν έχει καμία θέση σε αυτό το άρθρο, αν και όπως προανέφερα, προσωπικά δε μου έκανε καμία εντύπωση. Αυτό που ίσως έχει κάποια σημασία είναι το γεγονός ότι τόσοι άνθρωποι ψήφισαν για το ‘χειρότερο’, με βάση μια εικόνα. Ίσως την καλύτερη εικόνα. Και εν τέλει ‘αποφάσισαν’ υπό την σκέπη του ορισμού της -παρεξηγημένης- φράσης ‘μη χείρον βέλτιστον’.

Και όλα αυτά, αποστασιοποιημένοι από τόπους και χώρους, αγνοώντας την εσωτερική τους λειτουργία ή την κοστολογημένη κατασκευή τους. Άλλωστε η αισθητική μετράει. Και είναι αυτή η Εικόνα μιας ξεχασμένης αρχιτεκτονικής που εκτίθεται απλόχερα μπροστά στα μάτια χιλιάδων ή και εκατομμυρίων μη-αρχιτεκτόνων. Από τα μη ρεαλιστικά φωτορεαλιστικά οργανικών μορφών μέχρι την ευλογημένη kitsch δεκαετία των 80s, η Αρχιτεκτονική παλεύει ακόμα να αποσπάσει την ίδια την εικόνα της. Παλεύει για ένα zoning πιο δίκαιο, πιο καθαρό και πιο σαφές μέσα στο ίδιο της το Σώμα. Έχει έρθει ο καιρός να αποφασίσουμε αν η αρχιτεκτονική που μας βολεύει είναι και αυτή που μας εκφράζει, ήρθε η στιγμή να επιλέξουμε επιτέλους εάν η αρχιτεκτονική είναι αρχιτεκτονική και σε ποιον αναφέρεται.
«Εσύ είσαι ο αυτός του ντεκορασιόν;…», με ρώτησε σε μια από τις πρώτες επιβλέψεις μου ένας από τους ‘δευτερεύοντες’ εμπλεκόμενους στην εξαντλητική διεργασία που λέγεται περάτωση κτισμένου έργου, αναζητώντας τον αρχιτέκτονα για κάποιες διευκρινήσεις.
Μπορείς να επιλέξεις ανάμεσα από δύο πιθανές, ισοδύναμες και απαλλαγμένες από κάθε συγκινησιακό φόρτο, απαντήσεις
«Εγώ είμαι, εσύ ποιος είσαι;» ή απλά «Τι;»../

20110209

Ο μύθος και οι πόλεις.

Αστικές αναπλάσεις.
 

Η μυθοποιητική διαδικασία, η κατασκευή δηλαδή ενός μύθου σε αντικατάσταση της πραγματικότητας (που θα την αποσιωπήσει), θα είναι μία προσωποποιημένη χειραγώγηση των ερεθισμάτων (αστικών για την περίπτωση μας) για τα οποία μοιάζει να μην υπάρχει (ή ακόμα πως εμποδίζεται) το απαραίτητο υλικό (δεδομένα) ειδικής προσέγγισής τους από το άτομο και άρα επιτυχούς διερεύνησης και λύσης των ερωτημάτων που προκύπτουν στην ύπαρξη τους ως καθημερινές κοινωνικές καταστάσεις. Στο λόγο της προσωποποιημένης αυτής στρέβλωσης είναι που εντοπίζεται μία φαντασιακή παράσταση οργανωμένη από κεντρικές συγκεντρωτικές θέσεις που κατευθύνονται αποταπάνω, διαχέονται προστακάτω αλλά εξακολουθούν να εξυπηρετούν τους αποταπάνω και θα εξηγήσουμε τι εννοούμε με αυτό.
 

Για αρχή να σημειωθεί πως η αμφισβήτηση είναι δυνατότητα καθενός-καθεμιάς από εμάς. Στο βαθμό που αυτή συλλογικοποιείται ή όχι είναι που μπορεί να διακρίνουμε διαφορετικές ποιότητες στη βάση της, αλλά για αρχή να διατηρήσουμε σαφώς ένα θετικό πρόσημο και για τις δύο περιπτώσεις και τις διαβαθμίσεις τους. Μιλώντας για αμφισβήτηση εννοούμε το εργαλείο μίας απομυθοποιητικής παρέμβασης στην κοινωνική καθημερινότητα που μας περιβάλει. Δηλαδή την αποκάλυψη της πραγματικότητας των αντικειμένων και την τοποθέτηση μας απέναντι τους. Η προσωποποιημένη όμως στόχευση του μύθου, για αρχή, δείχνει μία υποβολή αποταέξω. Δείχνει δηλαδή την υιοθέτηση εξωυποκειμενικών κρίσεων και άρα όχι μία προσωπική προσέγγιση αυτού που μας περιβάλει. Στο βαθμό που πρέπει να συμβεί το αντίστροφο είναι που οι ποιότητες προσέγγισης διαβαθμίζονται ανάμεσα στην εκγύμναση είτε μοναχά των προσωπικών, των ατομικών, κριτικών εργαλείων είτε στη συλλογικοποίησή τους, στην τοποθέτηση τους σε ένα κοινό δοχείο σκέψης και τελικά συλλογικής πράξης.

Αφού γίνεται λόγος για την πόλη, πρέπει να σημειωθεί, για ένα ευρύτερο πλαίσιο αστικών πρακτικών και αναδιαρθρώσεων που συχνά επιφέρουν κοινωνικές συγκρούσεις, πως τις περισσότερες φορές αυτές καταπιέζονται από τη μυθοποιητική διαδικασία. Στην ουσία αυτών των πρακτικών, συχνά διατηρείται στην κοινωνική επιφάνεια, ένα αποστειρωμένο θετικό νόημα, αποκρύπτοντας βίαιες ανακατατάξεις και εκεί είναι που γεννιέται ο μύθος. Το θετικό νόημα γίνεται αποδεκτό παρακινώντας μία αδιασμφισβήτητη θετική στάση για τη συνολική πλέον κατάσταση και όχι μόνο για την οπτικά αναγνωρίσιμη επέμβαση (τι αναγνωρίζει κανείς οπτικά βέβαια και αυτό είναι ένα ζητούμενο συσχετισμένο με τη μυθοποίηση). Η ωραιοποίηση του αστικού περιβάλλοντος, για παράδειγμα μέσα από μία πολεοδομικού επιπέδου ανάπλαση, διατηρώντας αυτή την ωραιοποίηση ως πρόταγμα αλλά ταυτόχρονα επιφανειακά και κεντρικά και όχι ως κοινωνικό εργαλείο, ανάγοντας την καθαρότητα, το καινούριο, το λαμπερό και το πράσινο, το «βιώσιμο» και το υγιές ως απόλυτες προθέσεις μίας θεαματικής αστικής καθαριότητας, είναι που στήνει σκαλοπατιαστά το μύθο της. Αποκρύπτει με αυτό όλες τις υπόλοιπες κοινωνικές δυναμικές που διαταράσσονται, σκόπιμα ή όχι (;), και άρα αφού τις υποβιβάζει στην οπτική αντίθεση που δημιουργείται, με το συν να βρίσκεται στην αισθητική της νέας επέμβασης και το πλην να περιρρέει στα παράπλευρα πλέον υφιστάμενα (γερασμένα μα γεμάτα), τελικά τις απομακρύνει. Ο μύθος της αστικής αναζωογόνησης λοιπόν είναι διπλός. Λειτουργεί και ως εκκινητής κοινωνικών αλλαγών.
 

Δεν εντοπίζεται το προβληματικό όμως στο εμφανές υλικό αποτέλεσμα αυτών των επεμβάσεων, μία καινούρια πλατεία ή ένα δίκτυο πεζοδρόμων για παράδειγμα, αλλά στην πιθανή διατάραξη ευαίσθητων κοινωνικών ισορροπιών που ταλαντεύονται πλέον βίαια και επικίνδυνα, ιδιαίτερα, στις λεγόμενες «υποβαθμισμένες» γειτονιές. Η αισθητική ολοκλήρωση αυτής της επέμβασης ως αστικός νεωτερισμός είναι που προβάλλεται εμπρός και στήνει το πρόσωπο του μύθου, ενώ η ουσία της μοιάζει να αποκρύπτεται ή καλύτερα μάλλον, να παραποιείται. Η επέμβαση θα επιχειρήσει να λειτουργήσει ως διώκτης αφού οι προδιαγραφές υλοποίησης της το έχουν ορίσει έτσι από την αρχή και αυτό είναι που αποκρύπτεται. Για παράδειγμα η επιτυχία του μύθου της αστικής αναζωογόνησης, όπως αυτό χαρακτηριστικά συμβαίνει στην πρακτική του gentrification, είναι η ουσία (σίγουρα το αποτέλεσμα) της παρέμβασης μίας κεντρικής εξουσίας, οικονομικής και πολιτικής η οποία θέτει εκτός επιθυμητών κοινωνικών ορίων αστικές «γηγενείς» ομάδες (υποστηρίζει ουσιαστικά αυτά τα όρια) οργανώνοντας αυτές τις αστικές αναζωογονήσεις. Ομάδες που είτε βρίσκονται από αυθόρμητη επιλογή τους εκεί (σπάνια - τι σημαίνει άραγε επιλογή για τις περισσότερο αδύναμες κοινωνικές ομάδες) είτε βρέθηκαν από προηγούμενες ανακαταταξείς που τους οδήγησαν στο περιθώριο της πόλης. Το περιθώριο όμως αυτό το οικειοποήθηκαν, ρίζωσαν εκεί..
 

Αν η λύση αυτού του μύθου βρίσκεται στην αμφισβήτηση του άρτια σχεδιασμένου νέου αστικού περιβάλλοντος σε αυτό δεν εννοείται η αντίσταση στις αναπλάσεις, την αποπομπή δηλαδή κάθε νέας υλικής κατασκευής, αλλά η διεκδίκηση διατήρησης της κοινωνικής ισσοροπίας στα πρόσωπα των ατόμων που επιθυμούν και θέλουν να παραμένουν στον αστικό τόπο επιλογής τους και με τις αστικές ενέσεις αναζωογόνησης να τους απευθύνονται και όχι να λειτουργούν ως διώκτες και να μετακινούνται στο περιθώριο τελικά ως αστικά αποκούμπια χωρίς γη. Ερώτημα μένει βέβαια αφενός αν υπό αυτούς τους όρους τελικά κάτι τέτοιο συμβαίνει, μάλλον όχι, και αφετέρου με ποιες προυποθέσεις θα μπορούσε να συμβεί. Το κόστος των επεμβάσεων δείχνει το τίμημα των κοινωνικών ανακατανομών που επιβάλει η γεωγραφία αυτού του «αστικού -ωραίου» η γεωγραφία τελικά της βύθισης και της ανάδυσης της αστικής γεωπροσόδου και του διαρκούς προσδιορισμού του περιθωρίου και των κατοίκων του.
 

Κεραμεικός, Μεταξουργείο, Γκάζι, Ομόνοια, Άγιος Παντελεήμονας
Νερατζιώτισσα, Άγιος Δημήτριος
 

Παραμύθι χωρίς όνομα.